Δηλαδή να κάνω πλούσιο το Praktiker.
![]() |
| Ιδού το νέο Κηπολόγιο! |
Δηλαδή να κάνω πλούσιο το Praktiker.
![]() |
| Ιδού το νέο Κηπολόγιο! |
Adele Corners: Will you tell me more about California?
Early Grayce: Yeah, I guess so. Let's see. One thing, people think faster out there on the account of all that warm weather. Cold weather makes people stupid. That's a fact.
Adele Corners: I guess that explains why there's so many stupid people around here.
Early Grayce: It sure does. You know what else? You never have to buy no fruit on account it's all on the trees everywhere you turn. And they ain't got no speed limits. I hear your first month's rent is free, state law. So I'm thinking till we get settled we'll just move around from month to month. How will that be with you, momma?
Adele Corners: What are we going to do out there, Early?
Early Grayce: By God the first thing we're going to do is get us! A couple of six-packs of Lucky Lager and we're going to climb up to that famous Hollywood sign. We're going to howl at the moon, goddamn it.
[howls]
Early Grayce: Yeah, just like that.
Adele Corners: I heard once that there ain't nothing on that old moon except some little golf balls the astronauts left behind.
Early Grayce: Nah, that ain't right. That's bullshit. The government be sending people there all the time. Just don't want us to know about it.

Early Grayce: What is that?
Adele Corners: That's Lucy. Hey, that's mine.
Early Grayce: Adele, what kind of cuckoo-brain carries a cactus in her purse? Huh?
Adele Corners: I don't know.
Early Grayce: Straighten up.
Adele Corners: Oh Jesus, Early, they look kinda weird.
Early Grayce: Will you just smile and let me do the talking.
Adele Corners: How many times are you going to tell me that?
Early Grayce: As many times it takes, Adele.

Brian Kessler: How many people have you killed, Early?
Early Grayce: Well, now, how many people have you seen me kill, Bri?
Brian Kessler: None.
Early Grayce: That's how many I killed. Brian
Kessler: If you say so.
Early Grayce: Damn right I do. Shut up! Eat your food. You ain't never killed no one, have you, Bri?
Brian Kessler: No.
Early Grayce: No. Ain't seen nobody killed either, have you?
Brian Kessler: No, I haven't.
Early Grayce: No. Tell me something, big time. How are you going to write a book about something you know nothing about?

-Ο γιος σας, ο Λένος Χρηστίδης, είναι επίσης συγγραφέας βιβλίων που βρίσκονται στον αντίποδα της δικής σας γραφής: μοντέρνος, σαρκαστικός, ανατρεπτικός. Πώς ...επικοινωνείτε;
«Αλλη γενιά, νοοτροπία, αντίληψη. Ο καθένας κάνει τη δουλειά του. Εκείνος με χιούμορ αποδομεί τα πάντα. Είναι η παρηγοριά, η χαρά, η περιουσία μου. Σε δυο μήνες θα βγει το καινούριο του βιβλίο "Μονόλογος". Ο άντρας μου, ο Μηνάς Χρηστίδης, με στηρίζει, αλλά έχω περί πολλού και τους φίλους μου. Χωρίς την καθημερινή σχεδόν επικοινωνία μαζί τους δεν μπορώ να ζήσω».

Είχα ήδη αργήσει , με αποτέλεσμα η αίθουσα να είναι γεμάτη και να βρω μια θέση μεταξύ θρανίων και χωλ. Εντάξει είχε και μπροστά, αλλά δεν. Αφού πίσω θα είχα άπειρη οπτική πρόσβαση στους συμμαθητές ενώ η καθηγήτρια δεν θα με έβλεπε, σιγά μην πήγαινα μπροστά. Θα μουτζούρωνα ανενόχλητη το τετράδιο μου, μπορεί και να διάβαζα και το βιβλίο που είχα στην τσάντα.
Η διαδικασία ήταν απλή και δε χρειάζονταν και πολύ προσοχή. Είχαμε μαζευτεί για το μάθημα «Ιστορία της μουσικής», η καθηγήτρια ήταν η χειρότερη που θα μπορούσε να μας έχει τύχει -στο μεταδοτικόμετρο δεν έπιανε ούτε βάση, θα μας έλεγε δυό τρεις εισαγωγικές μπούρδες και μετά θα χώριζε τα τμήματα. Θα έπαιρνα την Πέμπτη 7-9 και έβγαλα το τετράδιο για να αρχίσω το μουτζούρωμα. Παράλληλα έριξα μια ματιά στους νέους συμμαθητές, μήπως και υπάρχει κάτι το ενδιαφέρον. Αφού κόλλησα μερικά δευτερόλεπτα σε ένα γιγαντιαίο φιόγκο που διακοσμούσε ένα κεφάλι που αργότερα έμαθα ότι λένε Ευγενία, η εντοπιστική ικανότητα μου, μου απέφερε τα εξής αποτελέσματα. Ένας ψηλός ξανθός, αδιάφορος φυσιογνωμικώς(στα μείον), με περικάρπια και μπόλικα μενταγιόν(στα συν). Αυτό μόνο. Οι υπόλοιποι ήταν από άσχημοι έως σκέτα αδιάφοροι. Οι γκόμενες ήταν ανταγωνίσιμες ακόμα και στα χάλια που είχα. Αφοσιώθηκα στις μουτζούρες μου. Το μαύρο πλαστικό Casio ρολόι δεν έλεγε να πάει πιο γρήγορα όσο απειλητικά και αν το κοίταζα. Τα Casio δε μασάνε.
Κάπου εκεί μπήκε. Άσπρο φανελάκι κολλητό, μαύρο τζην, μαύρα Martins, μαλλί καστανόξανθο καπελάκι (της μοδός τότε). Και κάθισε δίπλα μου. Την εποχή εκείνη η Σ. αλλά και η Τ. και η Φ. μου είχαν φάει τα αυτιά με τον Leonardo και τον River Phoenix και αυτό που είχα δίπλα μου ήταν εξίσου γαμάτο. Αν ο ωραίος κώλος, τα ελαφρώς στραβά πόδια και τα πράσινα μάτια πήγαν στα συν, αυτό που εκτόξευσε τη βαθμολογία στα ύψη ήταν το κράνος. Φυσικά και τσέκαρα και το επίμαχο μέλος αλλά λόγω άγνοιας σε τέτοια θέματα, μόνο αν είχε στύση θα μπορούσα να καταχωρήσω στα συν ή τα πλην το δεδομένο. Έσκυψα και πάλι στο γραπτό μου προσποιούμενη την αδιάφορη αλλά παράλληλα απορροφημένη στην υψηλή τέχνη της ζωγραφικής – ω! εσείς Νταλί και Πικάσο μπορείτε να τρέμετε μπροστά μου.
Το πλάσμα όμως μίλησε. Με φωνή μπάσα.
«Ρε συ κοπελιά, έχει ώρα που άρχισαν;» και χαμογελάκι.
Μου μίλησε. Σε εμένα. Και χαμογέλασε. Εντάξει στη διπλανή του θέση δεν είχε κανένα να ρωτήσει. Μερικά δευτερόλεπτα πέρασαν προσπαθώντας να βρω την κατάλληλη απάντηση.
«Όχι, πριν λίγο αρχίσαμε, πάμε για ένα τσιγάρο;»
Άκυρο, δεν υπήρχε περίπτωση να πω εγώ τέτοιο πράγμα. Ακόμα μερικά δευτερόλεπτα πέρασαν και αφού έστυψα τον εγκέφαλό μου για μια απάντηση που θα ήταν και ενδιαφέρουσα, και περιεκτική, και σύντομη , και sexy, ο άγγελος με πρόλαβε.
«Sorry ρε, σε έκοψα που ζωγράφιζες;»
Ήταν και ευγενικός.
«Μπα…» έδωσα την αφοπλιστική απάντηση που κάλυπτε και τα δύο ερωτήματα.
«Δηλαδή κάτι ζωγράφιζα(τόνος σημαντικότητας) αλλά μπα δεν έχει ώρα που αρχίσαμε» και έτσι τα σκάτωσα εντελώς.
Χώθηκα στις μουτζούρες μου. Ψέματα. Έκανα πως χώθηκα, ρίχνοντας λοξές ματιές στον ιδιοκτήτη της διπλανής καρέκλας. Μύριζε όμορφα, είχε ωραία χέρια με φλέβες που πετούσαν και από το στέρνο του φαινόταν να γυμνάζεται. Δοκίμασα τη τύχη μου.
«Τι όργανο παίζεις;»
Σε ωδείο βρισκόμασταν δηλαδή, τι να ρώταγα, τι έφερε στο μπάσκετ ο Άρης-ΠΑΟΚ; Κόμπλαρε. Έβηξε. Σκατοτσιγάρα.
«Μπουζούκι και τραγουδάω. Έχω ένα συγκρότημα, παίζουμε ρεμπέτικα, στην Επανομή».
Αν στιγμιαίως χαλάστηκα – στην άνω γωνία της σελίδας είχα σχεδιάσει ένα CURE- τα ρεμπέτικα τα είχα σε υπόληψη. Λόγω ξαδέλφης Αθηναίας που κάτι τέτοια έπαιζε στο μουσικό σχολείο που πήγαινε και όταν βρισκόμασταν μου έλεγε ότι είναι γαμάτα. Αλλά τι διάολο έκανε στο ωδείο κλασικής μουσικής ο νέος Τσιτσάνης;
«Sorry κιόλας αλλά εδώ τι κάνεις;»
«Ξεκίνησα ακορντεόν, εσύ;»
Τι να πω; Όλοι οι Μπετόβεν του κόσμου μου φάνηκαν τόσο μικροί μπροστά στη μεγαλειότητα του λαϊκού άσματος.
«Πιάνο».
Ήμουν ερωτευμένη.
Η ώρα είχε περάσει και φτάναμε να χωρίσουμε τμήματα και ώρες. Έλεγες όνομα και ώρα που θέλεις, τα έγραφαν στη λίστα και μετά θα τα χώριζαν. Τον ψηλό ξανθό τον έλεγαν Γιάννη αλλά αυτό το έμαθα πολύ αργότερα. Ήταν συμπαθητικό παιδί τελικά και έπαιζε ηλεκτρική κιθάρα. Συν ένα. Έφτασε η σειρά μας.
«Δάφνη Καραγεωργίου, Τετάρτη 7-9».
Ποιος ήρθε; Μέχρι και η καθηγήτρια σήκωσε τα μάτια και ξανακοίταξε. Άλλα δεν ξαναρώτησε. Τη Δάφνη. Ρώτησε εμένα που μετά βίας ακούστηκα και αναγκάστηκα να ξαναπώ το ονοματεπώνυμό μου, Τετάρτη 7-9. Και ας τον έλεγαν Δάφνη. Κάτι δε θα είχα καταλάβει σωστά. Μήπως εννοούσε Δάφνις; Δάφνις και Χλόη ένα πράμα. Αυτή τη φορά κοίταξα τη Δάφνη ξεδιάντροπα. Πέρα από το πρόσωπο που είχε αυτό το αγοροκοριτσοπαιδικό βλέπε River Phoenix, γαμώ το κέρατό μου δεν είχε στήθος, δεν είχε λεκάνη, είχε πιο μπάσα φωνή και από του Στόκα και έπαιζε μπουζούκι. Δε μπορεί να ήταν κορίτσι. Δεν ήθελα να είναι κορίτσι. Δε γινόταν να είναι κορίτσι.
«Ώστε Δάφνη λοιπόν;» ρώτησα με την κρυφή ελπίδα ότι θα μου έλεγε κάτι άλλο. Μπάμπης, Γιώργος, Λευτέρης.
«Ναι» χαμογέλασε, «και εσένα είπαμε;»
Το μάθημα τελείωσε και από λίγο λίγο την έκαναν όλοι. Η Δάφνη με ρώτησε αν θέλω να με πάει κάπου με το μηχανάκι. Πήγαινα αντίθετα και δεν την βόλευε. Την κοίταζα να ξεμακραίνει με ένα αίσθημα αλλόκοτο, στεναχώριας, έκπληξης και θαυμασμού. Από τότε την είδα άλλες 2-3 φορές και μια φορά σε ένα τοπικό κανάλι να παίζει με το συγκρότημά της. Πάντα ήταν φιλική αλλά κάπως μονοκόμματη, το πρόσωπό της ήταν πάντα πανέμορφο.
Τα μαθήματα συνεχίστηκαν, η Δάφνη εγκατέλειψε πολύ γρήγορα το ακορντεόν και εγώ είχα μείνει με την λάθος ημερομηνία. Είχα μάθημα πιάνου 5 με 6 και έπρεπε να περιμένω μια ολόκληρη ώρα στο ωδείο μέχρι την «Ιστορία μουσικής».
Ήταν τότε, κάπου στα μέσα του χειμώνα, που είδα τον Τ.Τ. να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια για τα δωμάτια των πνευστών, ο Τ.Τ. που είχε το χαμόγελο του Tommy Lee Jones, που με πήγε την πρώτη βόλτα με αυτοκίνητο και αργότερα έγραψε στη στρατιωτική μου τσάντα την ημερομηνία γέννησης και θανάτου του J.S. Bach. Η Σ. η Τ. και η Φ. είχαν ήδη αρχίσει να μιλάνε για τον Brad Pitt.
Μόνο όταν ο άνθρωπος μπορέσει να απαλλαγεί τελείως από τον εγωισμό του, όταν μπορέσει να δει το σώμα του σαν να είναι έξω από αυτό, τότε θα έχει φτάσει στο σημείο να επιτύχει την απόλυτη ευτυχία.
Το θέμα του εγωισμού το σκέφτηκα από τότε πολλές φορές σε διάφορες φάσεις της ζωής μου. Τελικά το τεράστιο εγώ μας δεν μας αφήνει ποτέ να δούμε πιο πέρα. Σχεδόν πάντα πιστεύουμε ότι όλα κινούνται γύρω από τον εαυτό μας και αρνούμαστε να ανοίξουμε έστω και ένα μικρό παραθυράκι. Μπορεί να λέω και βλακείες.
Χθες είδα το μισό ντοκιμαντέρ για το Woodstock στη Νέα Υόρκη. Σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ λοιπόν, οι τύποι που το οργάνωσαν είχαν φαλιρίσει και το ήξεραν από τη πρώτη μέρα του φεστιβάλ. Και είχαν ένα τεράστιο χαμόγελο επιτυχίας. Χωρίς φράγκο στη τσέπη αλλά με 300.000 κόσμο που τους ενώνει η μουσική. Και αυτό τους έφτανε. Με εντυπωσίασε.
Μόλις ξύπνησα. Ευτυχώς ή δυστυχώς για μένα δικαιολογίες «άμα δε πιω καφέ, δεν ανοίγει το μάτι μου» δεν ισχύουν. Δεν είναι ότι σιχαίνομαι τους καφέδες ή κάτι τέτοιο. Μάλλον είμαι φίλη με τα περισσότερα ροφήματα. Δηλαδή, αν το πρωί ξυπνήσω και μου έχεις μια κούπα έτοιμη, εγώ θα τη πιω. Γάλα θα είναι, πορτοκαλάδα θα είναι, ό,τι κέρατο και να είναι θα το τιμήσω. Αυτό με το οποίο έχω πρόβλημα είναι τα σφολιατοειδή μαγαζιού. Έτσι και μου μυρίσει πρωί τυρόπιτα χωριάτικη αναψυκτηρίου, πάει ξέρασα.
Γράφω μαλακίες πρωινιάτικα. Από τότε που είμαι εκτός δουλειάς, σιγά σιγά χάνω την επαφή με την πραγματικότητα. Έχω γίνει υπερευαίσθητη, κάνω τα μικρά μεγάλα, συνθλίβομαι και καταθλίβομαι που λέει μια φίλη. Ή κάπως έτσι. Μιλάω για φαγητά. Αυτό και μόνο είναι τρομακτικό. Μέσα σε όλη τη φρίκη, έχω και τη ζυγαριά που μου κάνει ψυχρό πόλεμο. Αντιπροχθές 65, προχθές 66, χθες 67, χθες βράδυ τίποτα. Ανησυχητικό. Πέρασα το όριο της ζυγαριάς. Μπα… Μάλλον της μετέδωσα τη φρίκη των ημερών και την έκανε για το μέρος εκείνο που πάνε οι μετρητές βάρους όταν πεθαίνουν.
«Τι είναι αυτή; Καινούρια;»
«Ναι ήρθε σήμερα. Δε πάει καλά».
«Ναι ε; Και από τι πήγε;»
«Ψυχολογικά. Είχε πολύ άγχος. Δε βλέπεις; Ο μετρητής της χοροπηδάει σα σεισμογράφημα».
Μάλλον νυστάζω ακόμα. Δεν κοιμάμαι καλά, δεν ξυπνάω καλά. Αν έχεις μάθει να αδειάζεις το κρεβάτι μαζί με τον άλλο και ξαφνικά εκείνος φεύγει πια νωρίτερα, μένεις μαλάκας. Τι να τον κάνεις τόσο χώρο;
Θα τη κάνω όμως τώρα. Θα πάω IKEA να πάρω ένα νέο γραφείο, αφού οι ντραμς που έρχονται χρειάζονται το δικό τους χώρο. Να δω πως θα τα στριμώξουμε όλα, μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Σκέφτομαι ότι το να σπουδάζεις μουσική μπορεί να είναι καλό αλλά σίγουρα σε κάνει σιωπηλό και δε σε βοηθά να εκφραστείς με λόγια. Άμα μαλώνω και να θέλω να βρίσω, απλά δε μπορώ. Θα μου ήταν πιο εύκολο να παίξω κάτι εκνευριστικότατο στο πιάνο να του τσακίσω του άλλου τα αυτιά. Άραγε αυτό συμβαίνει στους πιανίστες μόνο; Π.χ. οι βιολιστές αισθάνονται να θέλουν να τρίξουν τις χορδές μέχρι που να σου σηκωθεί η πέτσα ή απλά θέλουν να σου χώσουν το δοξάρι στον κώλο;
Μετά την 17η Σεπτεμβρίου εμένα μου πάνε όλα πρίμα. Τι θέλω να πω; Έχω ένα label στο πλάι της σελίδας που λέγεται “I hate my job”. Ε σύντομα δεν θα έχει άλλες καταχωρήσεις και θα όσο περνάει ο καιρός θα μικραίνει. Για να μη σας πολυπρήζω μετά από σχεδόν 5 χρόνια στην ίδια δουλειά, αποφάσισα ότι ήρθε η ώρα της αλλαγής (αφού δε μας έκανε τη χάρη το παιδί της αλλαγής) και μπήκα στη διαδικασία συνέντευξης (κακό και αγχωτικό πράμα αυτό).
Αυτό (η συνέντευξη καλέ) για μένα είναι άθλος. Οτιδήποτε έχει να κάνει με αξιολόγηση σε επίπεδο σπουδών ή δουλειάς εμένα με τρομοκρατεί. Παιδικό τραύμα μάλλον αφού με μαμά δασκάλα ανέπτυξα τελικά μια άρνηση προς της όλη θεωρία της αξιολόγησης. Και όσο και να μου εξηγούσε κάποιος ότι πρέπει να χαλαρώσω και ότι η συνέντευξη δεν είναι εξετάσεις εμένα μου ήταν καρφωμένο ότι θα έχω απέναντί μου κάποιον μαλάκα που θα με βλέπει με μισό μάτι και θα κρατά το βιογραφικό μου σαν λιγδιασμένη λαδόκολλα από μπακαλιάρο τηγανιτό. Και φυσικά χάρη στη μέγιστη αναβλητικότητα που με διακρίνει πάντα έλεγα «α ναι να φτιάξω και το βιογραφικό μου». Τελικά τα πράγματα έφτασαν τόσο σκατά που αν και μου πήρε 5 χρόνια το έφτιαξα.
Για να μη μπω σε λεπτομέρειες, εκεί που σιχτίριζα τους δικούς μου μαλάκες, αφού τους είχα πει εδώ και μήνες ότι δεν μπορώ άλλο σε αυτή τη θέση, έγινε το καταπληκτικό. Με πήραν για συνέντευξη από αλλού, και την ίδια μέρα (ρε λες να είναι συνεννοημένοι) μου πρότειναν άλλη θέση στη τωρινή μου δουλειά!
Γι’ αυτό σου λέω. Μια χαρά μου κάθισε η δεξιά. Βγήκε ο Κωστάκης και άνοιξαν οι δουλειές.
[...στο μεταξύ παίζω με το Photoshop...]
Μαλακίες! Ας μην ήταν ο Zaxarias (παλιός φίλος από το net-ναι υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως φίλοι μέσω διαδικτύου) και η A. και ακόμα θα έφτιαχνα το βιογραφικό μου. Ευτυχώς που ο Moto και ο Zaxarias με σκούντηξαν έως με πήραν από το χεράκι και να ‘ναι καλά η Α. με τις γνωριμίες της, διαφορετικά ακόμα θα σάπιζα. Χρωστάω κέρασμα!
Λεπτομέρειες περί συνεντεύξεως εν καιρώ...