Monday, December 31, 2007
Επιστράτευση τώρα!
Thursday, August 23, 2007
Summer dream No2
Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι μπορώ να ζήσω εδώ πέρα;
Δυσανασχέτησες. Μου είπες πως καλό θα ήταν να μείνω μόνη μου, έστω και εδώ. Το έβλεπα πως ήθελες να φύγεις, έβλεπα πεντακάθαρα το μυαλό σου να δουλεύει σε άλλες περιοχές. Είχες ήδη εξαφανιστεί από το σιχαμένο αυτό δωμάτιο με τα υγρά πατώματα.
Μετά βρήκα τη μαμά μου. Μέρος πολύβουο, κόσμος (συγγενείς;) να πηγαινοέρχεται. Χώθηκα στην αγκαλιά της. Τι θα απογίνω; Μου χάιδεψε τα μαλλιά, πάντα με μια δόση αμηχανίας. Πήγα πίσω στα οχτώ μου, η ίδια ακριβώς εικόνα και εκεί. Της τα είπα όλα. Η μοναξιά με τρομάζει, δεν μπορώ να κοιμηθώ αν δεν με έχουν αγκαλιά. Δεν μπορώ να ζήσω αν δε με αγαπήσει. Αλλά που είναι; Που έχει χαθεί; Αφού εδώ ήταν τόσο καιρό. Η μάνα μου αναστενάζει. Δεν έχει λόγια.
Έλλειψη. Κενό στο στέρνο. Πάντα εκεί. Νομίζω πως αυτό το μέρος του σώματός μου τα νιώθει όλα περισσότερο.
*just testing new brushes and filters*
Thursday, August 16, 2007
Summer dream
Το απόγευμα όλοι λείπουν και παίρνω ένα ποδήλατο να κάνω βόλτα. Απομακρύνομαι όλο και περισσότερο και φτάνω σε ένα χωριό. Σκέφτομαι ότι είναι αργά και πως αν δεν ξεκινήσω τώρα για πίσω θα με πιάσει το βράδυ. Χάνω τον δρόμο μου, νυχτώνει, αυτό το χωριό μοιάζει να μην έχει έξοδο πουθενά. Ρωτάω μια κοπέλα αλλά αυτή μου λέει ότι καλά να πάθω, έχω κάνει ένα σωρό αμαρτίες, δε μπορεί να με βοηθήσει. Προσπαθώ να την πείσω πως ακόμα και αν πιστεύουμε σε διαφορετικά πράγματα, δε θα χαλάσει ο τόπος να μου πει πως θα φύγω. Αρνείται. Της πιάνω δυνατά τον καρπό και την απειλώ πως αν δε μου πει τότε ότι κακό έχω θα της το μεταφέρω. Μου ψευτοδίνει κάποιες οδηγίες. Έχει νυχτώσει για τα καλά, χάνομαι και πάλι. Υπάρχει μια ταβέρνα, από αυτές με τις εξέδρες πάνω από το νερό, γεμάτη κόσμο. Ντρέπομαι να ρωτήσω, αλλά κάποιος μου λέει ότι ξέρει ακριβώς τι έχω πάθει και θέλει να βοηθήσει. Δε θυμάμαι ούτε το όνομα της ακτής, τα έχω σκατώσει, οι άλλοι θα έχουν πεθάνει από το φόβο τους, δε πήρα ούτε κινητό μαζί μου. Βρίσκομαι να ποδηλατώ στη μέση του πουθενά. Στο βάθος βλέπω κάτι φώτα, ίσως επιτέλους να πηγαίνω σωστά.
Βρίσκομαι να απλώνω βρεγμένες πετσέτες. Είναι όλοι απορημένοι. Δε λέω σε κανένα γιατί έφυγα και ο θυμός μου απλώνει στο στέρνο σαν λάδι που έπεσε σε καθαρό παντελόνι.
photo: ταράτσα γκαζάκι 15.08 01:25
Tuesday, November 14, 2006
Εφιάλτης Χ 2
Όταν με κυνηγάει είναι πάντα βράδυ στην παλιά πολυκατοικία μας. Κατεβαίνω τα σκαλιά γρήγορα, σχεδόν πετώντας και ακουμπάω κάθε δέκα λίγο τις μύτες των ποδιών. Λαχανιάζω, κόβεται η αναπνοή μου αλλά συνεχίζω. Θα ξεφύγω από το παράθυρο του πρώτου. Αφού πετάω στα σκαλοπάτια, δε θα χτυπήσω αν πέσω από τον πρώτο. Δε το διακινδυνεύω να βγω από την εξώπορτα, μπορεί να είναι κλειδωμένη και να χάσω χρόνο ψάχνοντας το κλειδί. Ακούω κλάμμα. Φλας. Είναι η αδελφή μου 3 ετών. Φοράει τη λευκή φανέλα με το βρακάκι και τα δάκρυα τρέχουν στα μάγουλά της, μουλιάζουν το ρούχο. Φλας. Συνεχίζω το κατέβασμα της σκάλας πετώντας. Πόσο κρατάει το φως; Πρέπει να προλάβω πριν σβήσει. Θα είναι δύσκολο στα τυφλά να βρω το κόκκινο στρογγυλό κουμπί. Όταν το φως σβήνει το κυνήγι σταματά. Αλλά κανείς δεν εγγυάται πως όταν ανοίξει αυτός δεν θα είναι δίπλα μου. Παράθυρο. Βγαίνω. Τσιμέντο. Πάρκο. Τη γλύτωσα. Game over.
Πάλι είναι πίσω μου. Φλας. Είμαι μέσα στο σπίτι. Πως σκατά βρέθηκα μέσα στο σπίτι; Από εδώ δεν μπορώ να του ξεφύγω. Χτυπάει την εξώπορτα. Ματάκι. Είναι εκείνος. Μπάνιο. Το παράθυρο έχει μπάνιο. Και μετά, από εκεί που? Μπαλκόνι. Η πόρτα έχει σπάσει σε 2 κομμάτια. Αυτός ξέρει και σπάει πράγματα. Περνάω από την έξω πλευρά των κάγκέλων. Γονατίζω, στερεώνω τα χέρια μου στο πεζούλι και τα πόδια μου τώρα κρέμονται στο κάτω μπαλκόνι. Πέφτω. Το ίδιο. Τρία μπαλκόνια κατέβασμα. Ψάχνει. Αλλά δε με βρίσκει. Τα γατιά νιαουρίζουν. Τρέχω. Τα σεντόνια ανεμίζουν. Τα γόνατα μου έχουν αγκάθια. Τα μαλλιά του ανεμίζουν επίσης. Είναι ξανθά μέχρι τη μέση ίσια. Τα μάτια του είναι σαν στάχυα. Σαν φίδια. Τρέχω. Μ’ακουμπά στη πλάτη. Μ’αγαπάει αλλά με μισεί. Χωράω στο χέρι του. Πρέπει να ξεφύγω. Φλας.
Friday, September 15, 2006
Φίλοι;
Αυτό ήταν στην πισίνα και εγώ πίσω από το τζάμι.
Πλησίασα και αυτό ήρθε κοντά μου.
Του άπλωσα το χέρι και το σήκωσα. Αυτό ακολούθησε την πορεία του χεριού μου.
Το ξανακατέβασα και χαμήλωσε και αυτό.
Μετά μου γύρισε τη πλάτη και άρχισε τις βουτιές.
Απομακρύνθηκα και τότε πλησίασε πιο κοντά.
Ακούμπησε τη μύτη του στο τζάμι.
Άπλωσα και πάλι το χέρι.
Άρχισε να ανοιγοκλείνει το στόμα του χαμογελώντας.
Ισως να ήθελε να μου μιλήσει.
Εγώ απλά έβαλα τα κλάμματα χωρίς να έχω τίποτα να του πω.

