Showing posts with label i had a dream. Show all posts
Showing posts with label i had a dream. Show all posts

Monday, December 31, 2007

Επιστράτευση τώρα!

Η τελευταία νύχτα του χρόνου δεν είχε διαφορά από τις προηγούμενες αφού η αϋπνία με έχει ταράξει εδώ και μέρες, επιπλέον μου έχει γίνει σαφές ότι αν δε πάει πέντε το πρωί, ύπνος δεν πρόκειται να έρθει. Χθες ήμουν αποφασισμένη να κοιμηθώ κανονικά, έτσι έκανα τις αναπνοές μου, προσπάθησα να θυμηθώ πράγματα περασμένα μπας και η αναζήτηση θολώσει το μυαλό αλλά το αποτέλεσμα ήταν μια κατάσταση όχι ύπνου αλλά ύπνωσης με πολλά πολλά διαλλείματα. Ωστόσο είχα και όνειρα, λίγο Ε.Φ. (τι το ήθελα το Xmen2;) έβλεπα λέει ότι μπορούσα να φέρω πράγματα κοντά μου, δέντρα για την ακρίβεια, και μάλιστα είχα λέει άχτι μια λεμονιά την οποία και διαμέλισα. Αυτό μου το χάρισμα όμως ήτανε σκέτη κατάρα, δεν ήξερα πως το απόκτησα και ήθελα να τα ξεφορτωθώ. Κάποιοι με κυνηγούσαν, έτρεχα εγώ στην Εγνατία και μάλιστα πάρκαρα με alarm έξω από την στρατιωτική σχολή. Μπροστά στην είσοδο, έτσι, αέρα πατέρα. Μετά είδα την ώρα (όχι στον ύπνο μου) είχε πάει πέντε και έτσι μπόρεσα να κοιμηθώ κανονικά. Είδα πάλι ένα σωρό βλακείες, ρομαντικές αυτή τη φορά, αλλά και ότι η Φ. είχε λέει αγοράσει κότες σε σπόρους και τις είχε μέσα σε ένα φακελάκι! Θα μάθαινα αν πρέπει να φυτέψεις τους σπόρους για να βγουν κοτιές αλλά υπολόγισα χωρίς τον ξενοδόχο. Σήμερα λένε κάλαντα και η είσοδος μας, που είναι πάντα ερμητικά κλειστή για αγνώστους, ανοίγει ως δια μαγείας για όλα τα κουτσούβελα. Έχω όμως την εντύπωση ότι ακόμα και αν εμφανίζονταν ένας μαντράχαλος 2,10 με λοστό, κουκούλα, μαχαίρι και έλεγε ότι απλώς θέλει να πει τα κάλαντα, η «διαχειρίστρία» μας θα του άνοιγε αμέσως. Άσε που θα τον κέρναγε και κανα κουραμπιέ. Το θέμα είναι ότι ξύπνησα από το κουδούνι της εξώπορτας, θεωρώντας ότι είναι οι ταχυμεταφορές των ΕΛΤΑ (πότε θα φέρετε ρε παλιοκαθάρματα τα drums μας;), μπουρδουκλώθηκα ψάχνοντας να βρω να φορέσω την πυτζάμα μου για να ανοίξω και αντί να δω τύμπανα είδα το απόλυτο κενό. Τα παιδάκια είχαν φύγει. Σωστό βέβαια αυτό, αυτές οι δουλειές γίνονται γρήγορα, άμα βλέπεις ότι αργεί να σου ανοίξει ο άλλος καλύτερα να την κάνεις. Μάλλον τον ξύπνησες και αντί για κουραμπιέ θα φας χριστοπαναγία χρονιάρες μέρες. Το θέμα είναι ότι έπρεπε να ξυπνήσω στις έντεκα και όχι στις εννιά. Αλλά η μοίρα μου επεφύλασσε και άλλες εκπλήξεις. Στις 9.30 χτύπησε το τηλέφωνο (για να κοιμηθώ σήμερα ούτε λόγος) και η καλή μανούλα με ενημέρωσε ότι το συστημένο που μου ήρθε στη Θεσσαλονίκη αφορά τη μηχανή μου και όχι εμένα. Για την ακρίβεια, η μηχανή μου επιστρατεύεται! Έτσι λέει και γίνει πόλεμος θα πρέπει να παρουσιαστεί. Ρώτησα τη μαμά μου αν θα πρέπει να την «παρουσιάσω» εγώ αλλά αυτό αφήνεται αδιευκρίνιστο. Όχι γιατί θα κάναμε πολλά γέλια αν ίσχυε κάτι τέτοιο. Ο Moto μου είπε ότι σε τέτοια περίπτωση θα αρνηθούμε την επιστράτευση της μηχανής φέρνοντας ως δικαιολογία ότι η μηχανή φέρει αναρχοκομουνιστικά σύμβολα, είναι ειρηνίστρια και πιστεύει στο Βούδα. Νομίζω ότι θα πιάσει. Επίσης μου είπε ότι αν την πουλήσουμε θα πρέπει να στείλουμε γράμμα στις στρατιωτικές αρχές με τα στοιχεία του νέου ιδιοκτήτη. Δεν χάνει όμως την αξία της έτσι η μηχανή; Δηλαδή θα σου πουλήσω εγώ μια μηχανή αλλά μεγάλε άμα γίνει πόλεμος, βγάλε εσύ άκρη; Κοίτα απορίες που μαζεύτηκαν τέτοια μέρα. Άντε να δούμε πως θα πάει η συνέχεια…

Thursday, August 23, 2007

Summer dream No2

Νοικιάσαμε ένα διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο με πάτωμα πλαστικό, απομίμηση ξύλου. Τα κουφώματα ήταν παλιά και είχαν ξεφτίσει, νομίζω όχι από τον αέρα ή από τη βροχή αλλά από τη βρωμιά. Μου είπες αυτό είναι το σπίτι σου, πως σου φαίνεται; Περπάτησα όλο το δάπεδο, με μικρά βήματα, πλακάκι πλακάκι και ας ήταν τα χωρίσματα ψεύτικα. Εκεί που τελείωνε, κοντά στη πόρτα, είδα ότι φούσκωνε, σα να μη κόλλησε καλά ο μουσαμάς. Τελικά ήταν νερό. Από την πόρτα έμπαζε νερό που είχε εισχωρήσει κάτω από το πλαστικό. Μετά κατάλαβα γιατί μου μύριζε υγρασία. Πάτησα πάνω στο φούσκωμα. Η αίσθηση της μαλακής υποχώρησης μου θυμίζει παιχνίδι.

Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι μπορώ να ζήσω εδώ πέρα;

Δυσανασχέτησες. Μου είπες πως καλό θα ήταν να μείνω μόνη μου, έστω και εδώ. Το έβλεπα πως ήθελες να φύγεις, έβλεπα πεντακάθαρα το μυαλό σου να δουλεύει σε άλλες περιοχές. Είχες ήδη εξαφανιστεί από το σιχαμένο αυτό δωμάτιο με τα υγρά πατώματα.

Μετά βρήκα τη μαμά μου. Μέρος πολύβουο, κόσμος (συγγενείς;) να πηγαινοέρχεται. Χώθηκα στην αγκαλιά της. Τι θα απογίνω; Μου χάιδεψε τα μαλλιά, πάντα με μια δόση αμηχανίας. Πήγα πίσω στα οχτώ μου, η ίδια ακριβώς εικόνα και εκεί. Της τα είπα όλα. Η μοναξιά με τρομάζει, δεν μπορώ να κοιμηθώ αν δεν με έχουν αγκαλιά. Δεν μπορώ να ζήσω αν δε με αγαπήσει. Αλλά που είναι; Που έχει χαθεί; Αφού εδώ ήταν τόσο καιρό. Η μάνα μου αναστενάζει. Δεν έχει λόγια.

Έλλειψη. Κενό στο στέρνο. Πάντα εκεί. Νομίζω πως αυτό το μέρος του σώματός μου τα νιώθει όλα περισσότερο.

*just testing new brushes and filters*

Thursday, August 16, 2007

Summer dream

Είχα ένα περίεργο όνειρο. Είμαστε παρέα και παίρνουμε το καράβι για Κρήτη. Κάποιοι πέφτουν στο νερό και κολυμπάνε εκεί που το πλοίο αφήνει τα ίχνη του. Μετά ξανανεβαίνουν. Η θάλασσα λένε είναι καλή. Δεν έχω όρεξη και μάλλον φοβάμαι και λίγο. Κάποτε φτάνουμε και κάποιος γνωστός μας πάει σε κάτι ενοικιαζόμενα στη μέση του πουθενά. Όση ώρα οδηγεί παρατηρώ το δρόμο, που στρίβουμε, αν έχει ταμπέλες. Το κάνω ασυνείδητα αφού πάντα φοβάμαι ότι κάποτε θα χάσω το δρόμο. Το δωμάτιο μας μυρίζει καλοκαίρι. Η μυρωδιά του ήλιου που μπαίνει από τις γρίλιες το μεσημέρι. Το μπαλκόνι είναι πάνω από τη παραλία και βλέπω το νερό πεντακάθαρο. Με πιάνει η ανυπομονησία να βουτήξω αλλά εσύ ακόμα κοιμάσαι. Από μια παρέα πετάνε ένα σκαντζόχοιρο στα βαθιά. Φωνάζω ότι θα τον πνίξουν αλλά το ζωάκι κολυμπάει με κάτι μικρά χεράκια. Και μετά όλο και μεγαλώνει. Απορώ και η παρέα γελάει. Ο σκαντζόχοιρος πιάνει με τα χεράκια του το κεφάλι του , το βγάζει, ένας άνθρωπος κρύβεται εκεί μέσα, μου χαμογελάει . Μου δίνει κάτι αλλά δε θυμάμαι τι. Βγαίνεις και εσύ στο μπαλκόνι και με αγκαλιάζεις από το πλάι.

Το απόγευμα όλοι λείπουν και παίρνω ένα ποδήλατο να κάνω βόλτα. Απομακρύνομαι όλο και περισσότερο και φτάνω σε ένα χωριό. Σκέφτομαι ότι είναι αργά και πως αν δεν ξεκινήσω τώρα για πίσω θα με πιάσει το βράδυ. Χάνω τον δρόμο μου, νυχτώνει, αυτό το χωριό μοιάζει να μην έχει έξοδο πουθενά. Ρωτάω μια κοπέλα αλλά αυτή μου λέει ότι καλά να πάθω, έχω κάνει ένα σωρό αμαρτίες, δε μπορεί να με βοηθήσει. Προσπαθώ να την πείσω πως ακόμα και αν πιστεύουμε σε διαφορετικά πράγματα, δε θα χαλάσει ο τόπος να μου πει πως θα φύγω. Αρνείται. Της πιάνω δυνατά τον καρπό και την απειλώ πως αν δε μου πει τότε ότι κακό έχω θα της το μεταφέρω. Μου ψευτοδίνει κάποιες οδηγίες. Έχει νυχτώσει για τα καλά, χάνομαι και πάλι. Υπάρχει μια ταβέρνα, από αυτές με τις εξέδρες πάνω από το νερό, γεμάτη κόσμο. Ντρέπομαι να ρωτήσω, αλλά κάποιος μου λέει ότι ξέρει ακριβώς τι έχω πάθει και θέλει να βοηθήσει. Δε θυμάμαι ούτε το όνομα της ακτής, τα έχω σκατώσει, οι άλλοι θα έχουν πεθάνει από το φόβο τους, δε πήρα ούτε κινητό μαζί μου. Βρίσκομαι να ποδηλατώ στη μέση του πουθενά. Στο βάθος βλέπω κάτι φώτα, ίσως επιτέλους να πηγαίνω σωστά.

Βρίσκομαι να απλώνω βρεγμένες πετσέτες. Είναι όλοι απορημένοι. Δε λέω σε κανένα γιατί έφυγα και ο θυμός μου απλώνει στο στέρνο σαν λάδι που έπεσε σε καθαρό παντελόνι.

photo: ταράτσα γκαζάκι 15.08 01:25

Tuesday, November 14, 2006

Εφιάλτης Χ 2

Όταν με κυνηγάει είναι πάντα βράδυ στην παλιά πολυκατοικία μας. Κατεβαίνω τα σκαλιά γρήγορα, σχεδόν πετώντας και ακουμπάω κάθε δέκα λίγο τις μύτες των ποδιών. Λαχανιάζω, κόβεται η αναπνοή μου αλλά συνεχίζω. Θα ξεφύγω από το παράθυρο του πρώτου. Αφού πετάω στα σκαλοπάτια, δε θα χτυπήσω αν πέσω από τον πρώτο. Δε το διακινδυνεύω να βγω από την εξώπορτα, μπορεί να είναι κλειδωμένη και να χάσω χρόνο ψάχνοντας το κλειδί. Ακούω κλάμμα. Φλας. Είναι η αδελφή μου 3 ετών. Φοράει τη λευκή φανέλα με το βρακάκι και τα δάκρυα τρέχουν στα μάγουλά της, μουλιάζουν το ρούχο. Φλας. Συνεχίζω το κατέβασμα της σκάλας πετώντας. Πόσο κρατάει το φως; Πρέπει να προλάβω πριν σβήσει. Θα είναι δύσκολο στα τυφλά να βρω το κόκκινο στρογγυλό κουμπί. Όταν το φως σβήνει το κυνήγι σταματά. Αλλά κανείς δεν εγγυάται πως όταν ανοίξει αυτός δεν θα είναι δίπλα μου. Παράθυρο. Βγαίνω. Τσιμέντο. Πάρκο. Τη γλύτωσα. Game over.


Πάλι είναι πίσω μου. Φλας. Είμαι μέσα στο σπίτι. Πως σκατά βρέθηκα μέσα στο σπίτι; Από εδώ δεν μπορώ να του ξεφύγω. Χτυπάει την εξώπορτα. Ματάκι. Είναι εκείνος. Μπάνιο. Το παράθυρο έχει μπάνιο. Και μετά, από εκεί που? Μπαλκόνι. Η πόρτα έχει σπάσει σε 2 κομμάτια. Αυτός ξέρει και σπάει πράγματα. Περνάω από την έξω πλευρά των κάγκέλων. Γονατίζω, στερεώνω τα χέρια μου στο πεζούλι και τα πόδια μου τώρα κρέμονται στο κάτω μπαλκόνι. Πέφτω. Το ίδιο. Τρία μπαλκόνια κατέβασμα. Ψάχνει. Αλλά δε με βρίσκει. Τα γατιά νιαουρίζουν. Τρέχω. Τα σεντόνια ανεμίζουν. Τα γόνατα μου έχουν αγκάθια. Τα μαλλιά του ανεμίζουν επίσης. Είναι ξανθά μέχρι τη μέση ίσια. Τα μάτια του είναι σαν στάχυα. Σαν φίδια. Τρέχω. Μ’ακουμπά στη πλάτη. Μ’αγαπάει αλλά με μισεί. Χωράω στο χέρι του. Πρέπει να ξεφύγω. Φλας.

Friday, September 15, 2006

Φίλοι;


Αυτό ήταν στην πισίνα και εγώ πίσω από το τζάμι.
Πλησίασα και αυτό ήρθε κοντά μου.
Του άπλωσα το χέρι και το σήκωσα. Αυτό ακολούθησε την πορεία του χεριού μου.
Το ξανακατέβασα και χαμήλωσε και αυτό.
Μετά μου γύρισε τη πλάτη και άρχισε τις βουτιές.
Απομακρύνθηκα και τότε πλησίασε πιο κοντά.
Ακούμπησε τη μύτη του στο τζάμι.
Άπλωσα και πάλι το χέρι.
Άρχισε να ανοιγοκλείνει το στόμα του χαμογελώντας.
Ισως να ήθελε να μου μιλήσει.
Εγώ απλά έβαλα τα κλάμματα χωρίς να έχω τίποτα να του πω.
 Posted by Picasa