Δάφνη

Ήταν κάπου στα μέσα του Οκτώβρη, ‘94 ή ‘95 δεν θυμάμαι ακριβώς, με μια διαολεμένη ζέστη και μπόλικη υγρασία. Το τζην είχε κολλήσει για τα καλά πάνω μου μετά από μισάωρο περπάτημα και αν και κατουριόμουν φρικτά, το ανέβαλα για αργότερα που η διαδικασία κατεβάσματος παντελονιού θα ήταν λιγότερο κουραστική. Και αηδιαστική.

Είχα ήδη αργήσει , με αποτέλεσμα η αίθουσα να είναι γεμάτη και να βρω μια θέση μεταξύ θρανίων και χωλ. Εντάξει είχε και μπροστά, αλλά δεν. Αφού πίσω θα είχα άπειρη οπτική πρόσβαση στους συμμαθητές ενώ η καθηγήτρια δεν θα με έβλεπε, σιγά μην πήγαινα μπροστά. Θα μουτζούρωνα ανενόχλητη το τετράδιο μου, μπορεί και να διάβαζα και το βιβλίο που είχα στην τσάντα.

Η διαδικασία ήταν απλή και δε χρειάζονταν και πολύ προσοχή. Είχαμε μαζευτεί για το μάθημα «Ιστορία της μουσικής», η καθηγήτρια ήταν η χειρότερη που θα μπορούσε να μας έχει τύχει -στο μεταδοτικόμετρο δεν έπιανε ούτε βάση, θα μας έλεγε δυό τρεις εισαγωγικές μπούρδες και μετά θα χώριζε τα τμήματα. Θα έπαιρνα την Πέμπτη 7-9 και έβγαλα το τετράδιο για να αρχίσω το μουτζούρωμα. Παράλληλα έριξα μια ματιά στους νέους συμμαθητές, μήπως και υπάρχει κάτι το ενδιαφέρον. Αφού κόλλησα μερικά δευτερόλεπτα σε ένα γιγαντιαίο φιόγκο που διακοσμούσε ένα κεφάλι που αργότερα έμαθα ότι λένε Ευγενία, η εντοπιστική ικανότητα μου, μου απέφερε τα εξής αποτελέσματα. Ένας ψηλός ξανθός, αδιάφορος φυσιογνωμικώς(στα μείον), με περικάρπια και μπόλικα μενταγιόν(στα συν). Αυτό μόνο. Οι υπόλοιποι ήταν από άσχημοι έως σκέτα αδιάφοροι. Οι γκόμενες ήταν ανταγωνίσιμες ακόμα και στα χάλια που είχα. Αφοσιώθηκα στις μουτζούρες μου. Το μαύρο πλαστικό Casio ρολόι δεν έλεγε να πάει πιο γρήγορα όσο απειλητικά και αν το κοίταζα. Τα Casio δε μασάνε.

Κάπου εκεί μπήκε. Άσπρο φανελάκι κολλητό, μαύρο τζην, μαύρα Martins, μαλλί καστανόξανθο καπελάκι (της μοδός τότε). Και κάθισε δίπλα μου. Την εποχή εκείνη η Σ. αλλά και η Τ. και η Φ. μου είχαν φάει τα αυτιά με τον Leonardo και τον River Phoenix και αυτό που είχα δίπλα μου ήταν εξίσου γαμάτο. Αν ο ωραίος κώλος, τα ελαφρώς στραβά πόδια και τα πράσινα μάτια πήγαν στα συν, αυτό που εκτόξευσε τη βαθμολογία στα ύψη ήταν το κράνος. Φυσικά και τσέκαρα και το επίμαχο μέλος αλλά λόγω άγνοιας σε τέτοια θέματα, μόνο αν είχε στύση θα μπορούσα να καταχωρήσω στα συν ή τα πλην το δεδομένο. Έσκυψα και πάλι στο γραπτό μου προσποιούμενη την αδιάφορη αλλά παράλληλα απορροφημένη στην υψηλή τέχνη της ζωγραφικής – ω! εσείς Νταλί και Πικάσο μπορείτε να τρέμετε μπροστά μου.

Το πλάσμα όμως μίλησε. Με φωνή μπάσα.

«Ρε συ κοπελιά, έχει ώρα που άρχισαν;» και χαμογελάκι.

Μου μίλησε. Σε εμένα. Και χαμογέλασε. Εντάξει στη διπλανή του θέση δεν είχε κανένα να ρωτήσει. Μερικά δευτερόλεπτα πέρασαν προσπαθώντας να βρω την κατάλληλη απάντηση.

«Όχι, πριν λίγο αρχίσαμε, πάμε για ένα τσιγάρο;»

Άκυρο, δεν υπήρχε περίπτωση να πω εγώ τέτοιο πράγμα. Ακόμα μερικά δευτερόλεπτα πέρασαν και αφού έστυψα τον εγκέφαλό μου για μια απάντηση που θα ήταν και ενδιαφέρουσα, και περιεκτική, και σύντομη , και sexy, ο άγγελος με πρόλαβε.

«Sorry ρε, σε έκοψα που ζωγράφιζες;»

Ήταν και ευγενικός.

«Μπα…» έδωσα την αφοπλιστική απάντηση που κάλυπτε και τα δύο ερωτήματα.

«Δηλαδή κάτι ζωγράφιζα(τόνος σημαντικότητας) αλλά μπα δεν έχει ώρα που αρχίσαμε» και έτσι τα σκάτωσα εντελώς.

Χώθηκα στις μουτζούρες μου. Ψέματα. Έκανα πως χώθηκα, ρίχνοντας λοξές ματιές στον ιδιοκτήτη της διπλανής καρέκλας. Μύριζε όμορφα, είχε ωραία χέρια με φλέβες που πετούσαν και από το στέρνο του φαινόταν να γυμνάζεται. Δοκίμασα τη τύχη μου.

«Τι όργανο παίζεις;»

Σε ωδείο βρισκόμασταν δηλαδή, τι να ρώταγα, τι έφερε στο μπάσκετ ο Άρης-ΠΑΟΚ; Κόμπλαρε. Έβηξε. Σκατοτσιγάρα.

«Μπουζούκι και τραγουδάω. Έχω ένα συγκρότημα, παίζουμε ρεμπέτικα, στην Επανομή».

Αν στιγμιαίως χαλάστηκα – στην άνω γωνία της σελίδας είχα σχεδιάσει ένα CURE- τα ρεμπέτικα τα είχα σε υπόληψη. Λόγω ξαδέλφης Αθηναίας που κάτι τέτοια έπαιζε στο μουσικό σχολείο που πήγαινε και όταν βρισκόμασταν μου έλεγε ότι είναι γαμάτα. Αλλά τι διάολο έκανε στο ωδείο κλασικής μουσικής ο νέος Τσιτσάνης;

«Sorry κιόλας αλλά εδώ τι κάνεις;»

«Ξεκίνησα ακορντεόν, εσύ;»

Τι να πω; Όλοι οι Μπετόβεν του κόσμου μου φάνηκαν τόσο μικροί μπροστά στη μεγαλειότητα του λαϊκού άσματος.

«Πιάνο».

Ήμουν ερωτευμένη.

Η ώρα είχε περάσει και φτάναμε να χωρίσουμε τμήματα και ώρες. Έλεγες όνομα και ώρα που θέλεις, τα έγραφαν στη λίστα και μετά θα τα χώριζαν. Τον ψηλό ξανθό τον έλεγαν Γιάννη αλλά αυτό το έμαθα πολύ αργότερα. Ήταν συμπαθητικό παιδί τελικά και έπαιζε ηλεκτρική κιθάρα. Συν ένα. Έφτασε η σειρά μας.

«Δάφνη Καραγεωργίου, Τετάρτη 7-9».

Ποιος ήρθε; Μέχρι και η καθηγήτρια σήκωσε τα μάτια και ξανακοίταξε. Άλλα δεν ξαναρώτησε. Τη Δάφνη. Ρώτησε εμένα που μετά βίας ακούστηκα και αναγκάστηκα να ξαναπώ το ονοματεπώνυμό μου, Τετάρτη 7-9. Και ας τον έλεγαν Δάφνη. Κάτι δε θα είχα καταλάβει σωστά. Μήπως εννοούσε Δάφνις; Δάφνις και Χλόη ένα πράμα. Αυτή τη φορά κοίταξα τη Δάφνη ξεδιάντροπα. Πέρα από το πρόσωπο που είχε αυτό το αγοροκοριτσοπαιδικό βλέπε River Phoenix, γαμώ το κέρατό μου δεν είχε στήθος, δεν είχε λεκάνη, είχε πιο μπάσα φωνή και από του Στόκα και έπαιζε μπουζούκι. Δε μπορεί να ήταν κορίτσι. Δεν ήθελα να είναι κορίτσι. Δε γινόταν να είναι κορίτσι.

«Ώστε Δάφνη λοιπόν;» ρώτησα με την κρυφή ελπίδα ότι θα μου έλεγε κάτι άλλο. Μπάμπης, Γιώργος, Λευτέρης.

«Ναι» χαμογέλασε, «και εσένα είπαμε;»

Το μάθημα τελείωσε και από λίγο λίγο την έκαναν όλοι. Η Δάφνη με ρώτησε αν θέλω να με πάει κάπου με το μηχανάκι. Πήγαινα αντίθετα και δεν την βόλευε. Την κοίταζα να ξεμακραίνει με ένα αίσθημα αλλόκοτο, στεναχώριας, έκπληξης και θαυμασμού. Από τότε την είδα άλλες 2-3 φορές και μια φορά σε ένα τοπικό κανάλι να παίζει με το συγκρότημά της. Πάντα ήταν φιλική αλλά κάπως μονοκόμματη, το πρόσωπό της ήταν πάντα πανέμορφο.

Τα μαθήματα συνεχίστηκαν, η Δάφνη εγκατέλειψε πολύ γρήγορα το ακορντεόν και εγώ είχα μείνει με την λάθος ημερομηνία. Είχα μάθημα πιάνου 5 με 6 και έπρεπε να περιμένω μια ολόκληρη ώρα στο ωδείο μέχρι την «Ιστορία μουσικής».

Ήταν τότε, κάπου στα μέσα του χειμώνα, που είδα τον Τ.Τ. να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια για τα δωμάτια των πνευστών, ο Τ.Τ. που είχε το χαμόγελο του Tommy Lee Jones, που με πήγε την πρώτη βόλτα με αυτοκίνητο και αργότερα έγραψε στη στρατιωτική μου τσάντα την ημερομηνία γέννησης και θανάτου του J.S. Bach. Η Σ. η Τ. και η Φ. είχαν ήδη αρχίσει να μιλάνε για τον Brad Pitt.

12 comments:

  1. Ε μα υπάρχει λόγος που σε βάζουν στο 10%!! Κι ας προσπαθείς να το σώσεις με την τελευταία παράγραφο χεχε.

    Υ.Γ.: Μου άρεσε πολύ.

    ReplyDelete
  2. Δεν σε καταλαβαίνω...

    μια χαρά όνομα είναι το 'Δάφνη".

    :]

    ReplyDelete
  3. kalhspera exw xathei xexexe :P
    ti kanoume ola kala?
    orea istorioula btw

    ReplyDelete
  4. Μοtο, ο pikei φταίει που με έβαλε σε mode ανασκόπησης. Και μια διάθεση να τα πάρω όλα από την αρχή και ξαφνικά θυμάμαι πράγματα που έγιναν πολύ καιρό πριν, πράγματα που δεν θέλω καθόλου να ξεχάσω.

    Μανταλένα, μια χαρά είναι το Δάφνη. Αλήθεια είναι πολύ όμορφο όνομα. Μου πήρε απλά πολύ καιρό να καταλάβω ότι ανήκει σε γυναίκα :)

    Pupper! Καλησπέρα, έχεις χαθεί όντως χε χε αλλά δε πειράζει. Όλα καλά εδώ, εκεί;

    Χαίρομαι που σας άρεσε η ιστορία :)

    ReplyDelete
  5. exw bleksei me ergasies.apofasisa na thn dw foithths :)

    ReplyDelete
  6. Νάις μικρή! Άι λάικ ιτ! Και το Δάφνη επίσης.
    σματς!

    ReplyDelete
  7. Τουλάχιστον δεν ήταν Αναϊς από το Παναής!Μα κι εσύ; Τι μύωπας! Υποπτεύομαι όυι στραβώθηκες από τον διακριτικό φιόγκο της Ευγενείας!

    ReplyDelete
  8. Ναι! Κάτι τέτοια διαβάζω και μετανιώνω που από μικρός έμαθα να χαλιέμαι στις μπύρες αντί ν' ασχολιέμαι με τη μουσική. Την επόμενη φορά όμως θα σας πω κι εγώ μια παρόμοια ιστορία!

    ReplyDelete
  9. puppet+raz+ampot :)

    fourfouri και μύωπας ήμουν (τότε) και ο φιόγκος ήταν μεγαλύτερος από το κεφάλι της ιδιοκτήτριάς του. Αλλά γαμώτο και γυαλιά φορούσα και ο φιόγκος ήταν στην άλλη άκρη της αίθουσας. Η Δάφνη παρέμενη στη διπλανή καρέκλα :(

    son of a Ditch το καλύτερο στην ενασχόληση με την μουσική σε ωδείο είναι ότι σχεδόν ποτέ δεν ασχολείσαι με με τη μουσική. Υπάρχει τόσος πολυς κόσμος , music in the air, που απλά είναι σα να βρισκεσαι σε bar για μη καπνιστές.

    ReplyDelete
  10. Κι εγώ έχω μια παρόμοια ιστορία, μόνο που με είχαν παραπλανήσει την άμοιρη! Την έλεγαν Ηλιάνα και ακόμα και οι φίλοι της τη φώναζαν Ηλία!!

    ReplyDelete

I absolutely love to read your comments even though I don't get to respond to all of them. Still, I promise to hop over for a visit...