Υπνος

Η απογευματινή βάρδια στο γυμνασιολύκειο ήταν ότι καλύτερο σκέφτηκε ποτέ ο ανθρώπινος νους. Θα είχες φάει, θα άκουγες παπαριές από ένα βλάκα και μισό και το γεμιστό της μαμάς σου θα ανέβαινε στον οισοφάγο. Τα χασμουρητά θα έπεφταν αβέρτα. Στις 17.30 θα είχε ήδη σκοτινειάσει και τα τζάμια θα γινοντουσαν καθρέφτες. Θα ξέκλεβες ματιές στα μαγαζιά. Τα παράθυρα στα σχολεία τα έβαζαν ψηλά για να πρέπει να τεντωθείς για να δεις λίγο έξω. Και στο εφτάωρο το χειμώνα θα γυρνούσες σπίτι, Τετάρτη όλα κλειστά και να βρέχει. Και κάτι το φροντιστήριο ή το ωδείο μετά το σχολείο, είσαι 14 χρονών και γυρνάς στις έντεκα το βράδυ. Και εκεί αρχίζει το ωραίο. Γυρνάς με τα πόδια για να αργήσεις λίγο παραπάνω κι ας σου τρυπάει το κόκκαλο η υγρασία της Θεσσαλονίκης. Εχεις και το walkman περασμένο στη ζώνη και προσπαθείς να συντονίσεις τα βήματα σου με το ρυθμό. Κάνεις κύκλους, πας παραλία, προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι από εκεί είναι πιο γρήγορα και ρίχνεις κλεφτές ματιές στους τύπους που σου ρίχνουν 10 χρόνια, πως θα ήταν αν ήσουν πιο μεγάλη, θα καθόσουν μαζί τους και θα μιλούσες με τις ώρες, θα είχες την ελευθερία να πας παντού, ξεκλεβες λέξεις, live, ινδία, ταξίδι, Μαρία, τσιγάρο, Berlin, Λουκυ Λουκ, πάρκο, κιθάρα, φύγαμε. Θα ψήλωνες καθόλου; Θα ήσουν τόσο όμορφη; Θα έβαζες μαύρο μολύβι στα μάτια και μετά θα έκλεγες να τρέξει. Τι ασημένια δαχτυλίδια θα είχες και πόσα σκουλαρίκια θα στόλιζαν τα αυτιά σου. Τώρα όμως έχεις μόνο μια τσάντα με την ημερομηνία γέννησης – θανάτου του J.S.Bach και το «η τύχη βοηθά τους τολμηρούς». Και είναι 36 νουμερο τα παιδικά αθλητικά σου. Και περπατάς, περπατάς, φτάνεις Μοναστηρίου, στρίβεις στην Ειρήνης με τα ξενυχτάδικα στους ορόφους και τους μπράβους έξω από τα κωλόμπαρα. Και μετά ξεκινά η θλίψη, τίποτα ενδιαφέρον πια, κλειστά τα βουλκανιζατερ και τα συνεργεία. Εργατικές και φωνές στο σπίτι γιατί άργησες.

Είναι 2.00 το πρωί και στο walkman ακούγεται ο Δημήτρης Αγαπητός. Παίζει το ένα κομμάτι μετά το άλλο, δε μιλάει. Στις 2.30 παρακαλάει για ένα τηλέφωνο. Δεν είναι καλά λέει. Πάρε και πες μου μόνο τι νοιώθεις. Μια καλημέρα μόνο. Μια φωνή. Η κουβέρτα όμως σε πλακώνει και το τηλέφωνο είναι στον διάδρομο και η τηλεόραση παίζει ακόμα στο σαλόνι. Και έτσι κοιμάσαι.

12 comments:

  1. nomizei oti diavase i mmg :)
    einai sigouri oti tis arese but

    ReplyDelete
  2. Τι θα γίνει με σενα; Αρχίζω να βλέπω την Θεσσαλονίκη με άλλα μάτια, πιο μελαγχολικά ίσως... Πάντωε γράφεις πολύ ωραία!

    ReplyDelete
  3. η θεσσαλονίκη εμένα μου φέρνει μελαγχολία..δεν την έχω ζήσει ως καθημερινότητα,αλλά ποτέ δεν καταλάβαινα πως οι αθηναίοι πήγαιναν για να ξεσαλώσουν..πάντως τελικά όμορφη έγινες τόμμυ!

    ReplyDelete
  4. Λατρεύω τις αφηγήσεις σε δεύτερο πρόσωπο. Μπαίνω στο trip... Μπραβο tomboy, we need more of your nostalgia and melancholy...

    ReplyDelete
  5. Λες και ήμουν εκεί...

    ReplyDelete
  6. mats mouts stavrwta.
    pali me kaneis na vgalw to kapelo mou kai na sas aponeimw ta sevi mou.

    ReplyDelete
  7. Όλο εξαιρετικό, αλλά η κορυφαία φράση:
    "Θα έβαζες μαύρο μολύβι στα μάτια και μετά θα έκλαιγες να τρέξει".

    (Αυτό με τις φωνές που ψιθυρίζουν μέσα στο κεφάλι σου, πρόσεξέ το - και η Ζαν ντ' Άρκ έτσι ξεκίνησε)
    Καλημέρα.

    ReplyDelete
  8. Η θεσσαλονίκη για μέν είναι κατ'εξοχήν μελαγχολική πόλη.

    Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια.

    sorry-girl καλώς ήρθες στη γειτονιά

    ReplyDelete
  9. εκφραστικό και ζεστό κείμενο.
    είσαι πολύ άμεση ΤομΒοy.

    ReplyDelete
  10. as lixei pia i sigi asyrmatou!!

    ReplyDelete

I absolutely love to read your comments even though I don't get to respond to all of them. Still, I promise to hop over for a visit...